Τα βοτσαλωτά δάπεδα, ένα σημαντικό στοιχείο της ελληνικής λαϊκής τέχνης, συνδέεται με την παραδοσιακή αρχιτεκτονική κληρονομιά της Ελλάδας, δεσπόζοντας σε πάρα πολλά νησιά του Αιγαίου αλλά και περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας, με κύρια κέντρα διάδοσης τη Ρόδο, τη Χίο και τις Σπέτσες. Η συγκεκριμένη καλλιτεχνική έκφραση, αν και έλκει την καταγωγή της από την αρχαιότητα, γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή της κυρίως από τα μέσα του 19ου έως τις αρχές του 20ού αιώνα. Στις μέρες μας, η τέχνη παραμένει ενεργή σε περιοχές όπως τα Δωδεκάνησα, οι Κυκλάδες, η Χίος και οι Σπέτσες, χάρη στην αφοσίωση εξειδικευμένων τεχνιτών που επιμένουν δημιουργικά. Οι καλλιτέχνες αυτοί κινούνται σε δύο άξονες: αφενός διατηρούν την ιστορική συνέχεια ακολουθώντας πιστά τα παραδοσιακά μοτίβα και τις τεχνικές μεθόδους, και αφετέρου εξελίσσουν τη φόρμα μέσω σύγχρονων προσεγγίσεων. Έτσι, το βοτσαλωτό ως ζωντανό μέσο έκφρασης ικανοποιεί τις σύγχρονες αισθητικές ανάγκες, γεφυρώνοντας αρμονικά το παρελθόν με το παρόν.
Άτομα, ομάδες και φορείς που αναγνωρίζουν το στοιχείο ως μέρος της πολιτιστικής τους κληρονομιάς και συμβάλλουν ενεργά στη διατήρηση, άσκηση, μετάδοση και ανάδειξή του. Περιλαμβάνονται φορείς τοπικής και περιφερειακής αυτοδιοίκησης, τα Υπουργεία Πολιτισμού και Παιδείας, πολιτιστικοί σύλλογοι, τεχνίτες με γνώση και δεξιοτεχνία και επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων, όπως αρχιτέκτονες και συντηρητές έργων τέχνης. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν και οι ιδιοκτήτες ακινήτων (ιδιώτες, Δημόσιο, Εκκλησία), όπου διατηρούνται ή δημιουργούνται βοτσαλωτά δάπεδα. Η Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου συμβάλλει στη μετάδοση της τέχνης μέσω της ένταξής της σε προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης, ενώ οι Δήμοι υποστηρίζουν τη βιωσιμότητα του στοιχείου με την κατασκευή νέων βοτσαλωτών σε κοινόχρηστους χώρους. Ενδεικτικό παράδειγμα συντονισμένης δράσης αποτελεί ο Δήμος της Ηρωϊκής Νήσου Κάσου, σε συνεργασία με το Υπουργείο Πολιτισμού, επιστημονικούς φορείς και τεχνίτες.