Οι τοπικές γεωργικές ποικιλίες και οι γηγενείς ποικιλίες αμπέλου αποτελούν πολιτιστικό στοιχείο με πολλές πτυχές, που περιλαμβάνει εμπειρικές τεχνικές τοπικής παράδοσης, μνήμες και τη μετάδοσή τους στη νέα γενιά. Αφορά όλες τις ομάδες γεωργικών ειδών: σιτηρά, όσπρια, κηπευτικά, ελαιούχα, οπωροφόρα, ελιά, άμπελο, καλλωπιστικά, καπνό, λινάρι κ.ά. Το υλικό μέσο συνέχισης αυτής της γνώσης και παράδοσης είναι τα σπέρματα (σπόροι) και τα φυτά που παράγουν, και το αγενές πολλαπλασιαστικό υλικό1. Αποτελούν μέρος της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς, συνεισφέρουν στην εξασφάλιση της διατροφής ανθρώπων και ζώων, συμβάλλουν και σε άλλες χρήσεις (ένδυση κ.ά.) και συντελούν στην οικονομική ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών.
| Παραδοσιακή γεωργική ποικιλία |
| τοπική και γηγενής ποικιλία |
| τοπική παραδοσιακή γεωργική ποικιλία |
| εγχώριος αβελτίωτος πληθυσμός |
| εγχώρια γεωργική ποικιλία |
| ντόπια ποικιλία |
| Τοπική γεωργική ποικιλία, γηγενής ποικιλία αμπέλου, παραδοσιακή ποικιλία, τοπική γεωργική παραδοσιακή ποικιλία, εγχώριος αβελτίωτος πληθυσμός, εγχώρια γεωργική ποικιλία, ντόπια ποικιλία, ντόπιος πληθυσμός, τοπική ποικιλία |
Ο υλικός χώρος που πραγματώνεται και υλοποιείται η εμπειρική γνώση και η παράδοση διατήρησης των τοπικών ποικιλιών είναι οι αποθήκες, τα κατώγια και τα κελάρια, τα κασόνια, οι αγροί καλλιεργειών, οι οπωρώνες, οι ελαιώνες, οι αμπελώνες με τοπικές και γηγενείς ποικιλίες που ο αγρότης διατηρεί και καλλιεργεί τις ποικιλίες αυτές. Συνήθως, οι ετήσιες τοπικές ποικιλίες διατηρούνται από τους καλλιεργητές ατομικά σε αποθήκες, κατώγια και παρόμοιους χώρους σε πάνινα και πλαστικά σακουλάκια και τενεκεδένια κουτάκια για μικρές ποσότητες σπόρου (π.χ. κηπευτικά) και σε κασόνια, βαρέλια για μεγάλες ποσότητες (π.χ. σιτηρά). Μαζί με τους σπόρους τοποθετούν και αρωματικά φυτά (ρίγανη) ως εντομοαπωθητικά. Στην Κάρπαθο αλείφουν τους σπόρους με λάδι για να μην προσβάλλονται από έντομα αποθηκών (Μακρής, 2014). Συνήθως οι συνθήκες αποθήκευσης (χαμηλότερες θερμοκρασίες σε σχέση με το εξωτερικό περιβάλλον) επιτρέπουν τη διατήρηση της βλαστικότητας των σπόρων για κάποια χρόνια. Συλλογικές δράσεις διατήρησης σπόρων παραδοσιακά δεν έχουν αναφερθεί, αν και δεν αποκλείονται. Στην περίπτωση που κάποιος «έχανε» τους σπόρους του (δηλαδή καταστρέφονταν στην αποθήκη ή στο χωράφι για διάφορους λόγους), τότε μπορούσε να αναζητήσει σπόρους από την ίδια ποικιλία σε κάποιο γείτονα ή σε γειτονικό χωριό.
Σήμερα υπάρχουν περιπτώσεις κοινοτικών τραπεζών που διατηρούν σπόρους συλλογικά και τους διαθέτουν στους κατοίκους. Για τα πολυετή είδη η πηγή για πολλαπλασιαστικό υλικό είναι τα ίδια τα οπωροφόρα δένδρα και τα πρέμνα της αμπέλου, από όπου μπορούν να ληφθούν μέρη αυτών (οφθαλμοί, μοσχεύματα) με σκοπό τη δημιουργία νέων φυτειών. Σε επιστημονικό επίπεδο διατηρούνται στις συλλογές σπόρων της Εθνικής Τράπεζας Διατήρησης Γενετικού Υλικού (ΤΓΥ) του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ, του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΓΠΑ), του Μεσογειακού Αγρονομικού Ινστιτούτο Χανίων, σε συλλογές Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (ΜΚΟ), καθώς και στις ζωντανές συλλογές αμπέλου, οπωροφόρων και ελιάς διαφόρων Ινστιτούτων του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ και Πανεπιστημίων. Σπέρματα που προέρχονται από την Ελλάδα, διατηρούνται επίσης σε άλλες ΤΓΥ στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έτσι διασώζονται πολλές ελληνικές τοπικές ποικιλίες, οι οποίες πλέον δεν καλλιεργούνται, αλλά μπορούν να επανακαλλιεργηθούν στον τόπο τους, εφόσον υπάρξει το σχετικό ενδιαφέρον από κάποιον φορέα ή τους κατοίκους. Σχετικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση δίκοκκου σιταριού ελληνικής προέλευσης, το οποίο εισήγαγε το ΓΠΑ από την ΤΓΥ των ΗΠΑ (GRIN–USDA) και το επανεισήγαγε στην καλλιέργεια. Επίσης, σε πολλές άλλες περιπτώσεις η ΤΓΥ της χώρας μας έδωσε για επανακαλλιέργεια σε αγρότες τοπικές ποικιλίες που είχαν χαθεί από την περιοχή τους (σιτηρά, κηπευτικά κ.λπ.). Άρα, η συμβολή των ΤΓΥ στην επανακαλλιέργεια τοπικών και γηγενών ποικιλιών μπορεί να αποδειχτεί κεφαλαιώδης. Χιλιάδες δείγματα τοπικών ελληνικών ποικιλιών καλλιεργουμένων ειδών βρίσκονται στην ΤΓΥ του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ, στην Germplasm Resources Information Network(GRIN) των ΗΠΑ, στο Leibniz Institute of Plant Genetics and Crop Plant Research (I.P.K.) της Γερμανίας, στο N.I. Vavilov Research Institute of Plant Industry στη Ρωσία και αλλού. Οι Τράπεζες Γενετικού Υλικού μπορούν να παίξουν καθοριστικό ρόλο στον επαναπατρισμό ποικιλιών, που έχουν χαθεί από την καλλιέργεια, εφόσον οι κάτοικοι μιας περιοχής το επιθυμούν, λόγω του μεγάλου πλούτου σπόρων που διατηρούν.
Την πρώτη καθοριστική διαδικασία στη δημιουργία του στοιχείου αποτελεί η εξημέρωση των άγριων φυτών και η καλλιέργειά τους. Αυτό δεν ήταν μόνο ένα τεχνικό ζήτημα, αλλά και μια κοινωνική διεργασία, που απαίτησε από τον άνθρωπο που ζούσε 10.000 χρόνια πριν από σήμερα την παρατήρηση και τη δοκιμή, οι οποίες συμπυκνώθηκαν σε γνώση. Η γνώση αυτή μεταδιδόταν και μεταδίδεται από γενιά σε γενιά και παράλληλα εμπλουτιζόταν και εμπλουτίζεται.
Σύμφωνα με τους Renfrew και Bahn (1991) η μετάβαση από το κυνήγι και τη συλλογή στην καλλιέργεια εμφανίζεται παράλληλα σε διάφορες ανεξάρτητες περιοχές. Υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις του πώς οι ανθρώπινες κοινωνίες επέλεξαν την καλλιέργεια. Οι Price και Gebauer (1995) ανακεφαλαιώνοντας τα συμπεράσματα ενός σεμιναρίου για τη μετάβαση στη γεωργία συνοψίζουν ως εξής:
Σύμφωνα με αρχαιολογικά ευρήματα, στις πρώιμες νεολιθικές κοινότητες της Μεσογείου η μετάβαση στη γεωργία γίνεται στη γεωγραφική περιοχή που περιλαμβάνει τη σημερινή ΝΔ Συρία, το σημερινό Β. Ισραήλ και την Ιορδανία, και η διατροφή από φυτά στηριζόταν στα σιτηρά, στα ψυχανθή, σε σπόρους από άγρια είδη και φρούτα (Bar–Yosef and Meadow, 1995). Νεότερα αρχαιολογικά ευρήματα μπορεί να οδηγήσουν σε επαναπροσδιορισμό της εποχής μετάβασης στη γεωργία αυτής της περιοχής, όπως συμβαίνει με την ανασκαφή στο Çatalhöyük στην πεδιάδα του Ικονίου της Τουρκίας, όπου βρέθηκε οικισμός. Η ίδρυσή του υπολογίζεται ότι έγινε πριν από 7.000 χρόνια περίπου και εντοπίστηκαν υπολείμματα σίτων, κριθαριού, σίκαλης, μπιζελιού και φακής (Larsenetal, 2019). O Hayden (1995) διαπιστώνει ότι η εξημέρωση συναρτάται με φαινόμενα, όπως εδραίοι αγροτικοί οικισμοί, αποθήκευση, υψηλές συγκεντρώσεις πληθυσμού, μεγάλη ποικιλότητα πηγών τροφής, τεχνολογία επεξεργασίας και συγκομιδής, ικανό δυναμικό εξημέρωσης, πιθανά ο οικονομικοκοινωνικός ανταγωνισμός, ιδιοκτησία τόπων παραγωγής, αλλαγές στο κλίμα ή στη βλάστηση και πληθυσμιακή πίεση.
Ο άνθρωπος αρχίζει να εξημερώνει τα άγρια φυτά περίπου πριν 10.000 χρόνια και να τα καλλιεργεί. Σύμφωνα με τον Pelt (2000), οι πρώτοι καλλιεργητές συνέλεγαν άγριους σπόρους από άγρια είδη που είχαν επιθυμητές ιδιότητες, τους έσπερναν και τους συγκόμιζαν. Η εξημέρωση κάθε γεωργικού είδους, άμεσα συνδεδεμένη με τον γεωγραφικό χώρο αυτής της εξημέρωσης, έχει τη δική της ιστορία. Η διερεύνησή της αποτελεί μια επίπονη εργασία και στηρίζεται σε αρχαιολογικά ευρήματα υπολειμμάτων σπόρων που πρέπει να ταυτιστούν ως προς το βοτανικό είδος που εκπροσωπούν και να εξακριβωθεί κατά πόσο αυτό ήταν αυτοφυές, το οποίο συλλέγονταν, ή αν ήταν καλλιεργούμενο (Ladizinsky, 1998). Η εξημέρωση κάθε είδους έχει τη δικιά της χρονολόγηση (Πίνακας Γ), η οποία μπορεί να μεταβληθεί στο μέλλον από τα ευρήματα νέων ερευνών.
Πίνακας Γ.
Χρονολογία εξημέρωσης βοτανικών ειδών σύμφωνα με τον Ladizinsky (1998)
| Βοτανικό είδος | Κοινό όνομα | Χρόνος εξημέρωσης | Περιοχή εξημέρωσης |
| Vicia faba | Κουκί | 6.500 – 6.000 π.Χ. | Ισραήλ |
| Cicer arietinum | Ρεβίθι | 6.000 π.Χ. | Ελλάδα |
| Hordeum vulgare | Κριθάρι | 7.000 π.Χ. | Ισραήλ |
| Zea mays | Αραβόσιτος | 5.000 π.Χ. | Μεξικό |
| Avena sativa | Βρώμη | 5.000 χρόνια μετά την επικράτηση της καλλιέργειας του σίτου | Δυτική Ευρώπη |
| Lactuca sativa | Μαρούλι | 4.000 π.Χ. | Αίγυπτο
Αρχαία Ελλάδα και Ρώμη |
| Daucus carota | Καρότο | 1.100 π.Χ. 1 | Κεντρική Ασία1 |
| Solanum tuberosum | Πατάτα | 8.000 – 5.000 π.Χ. | Άνδεις, Νότια Αμερική |
| Amygdalus communis | Αμυγδαλιά | 3.200 π.Χ. | Ιορδανία |
| Vitis vinifera subsp. sativa | Άμπελος
|
Τρίτη χιλιετία π.Χ.
8.000- 6.000 π.Χ. 2
5.000 π.Χ. 2 |
Μεσοποταμία, Ισραήλ, Ιορδανία
Μαύρη και Κασπία Θάλασσα, Μεσοποταμία, Ισραήλ, Ιορδανία2
Αίγυπτος2 |
| Musa acuminata,
M. balbisiana |
Μπανάνα | 5.000 π.Χ.3 | N.A. Ασία3 |
| Viciasativa | Βίκος | Νεολιθική | Μέση Ανατολή |
[1Iorrizo et al. 2013, 2Vavilov 1926, Negrul 1938, 1946, 3Li et al. 2013]
Στην εύφορη ημισέληνο (Μέση Ανατολή) εξημερώνονται το σιτάρι και το κριθάρι, και τα όσπρια (το 8.000 π.Χ.) (Renfrew & Bahn, 1991) και στην Ελλάδα το λαθούρι, Lathyrus sativus (Kieslev 1989) και η ελιά (Kostelenos 2017). Σύμφωνα με τoν Zohary (1986) σε οικισμούς της πρώιμης νεολιθικής εποχής (7.500-7.000 π.Χ.), με βάση τα αρχαιολογικά ευρήματα, εξημερώνονται τρία σιτηρά, το δίκοκκο σιτάρι (Triticum turgidum subsp. dicoccum), το μονόκοκκο σιτάρι (T. monococcum) και το κριθάρι (Hordeum vulgare), δύο όσπρια, η φακή (Lens culinaris) και το μπιζέλι (Pisum sativum), σπανιότερα η ρόβη (Vicia ervilia), το ρεβίθι (Cicer arietinum) και το κουκί (V. faba) και αργότερα (6.000 π.Χ.), το λινάρι (Linum usitatissimum).
Η καλλιέργεια αυτών των ειδών εμφανίζεται στην Ελλάδα το 6.000 π.Χ. (ibid). Υπολείμματα καλλιεργούμενης φακής στην Ελλάδα εντοπίζονται σε παλιά νεολιθικά στρώματα και του ρεβιθιού σε στρώματα της εποχής του Χαλκού (Hopf, 1986). Η έρευνα συνεχίζεται, οι μέθοδοι μελέτης εμπλουτίζονται, με αποτέλεσμα η εξημέρωση π.χ. του κριθαριού να μετατίθεται στα 23.000 χρόνια πριν στη θέση Ohalo II της Γαλιλαίας (Ε.Weiss, προσωπική επικοινωνία, 2019).
Περί το 4.000 π.Χ. εκτιμάται ότι έγινε η εξημέρωση της ελιάς, της αμπέλου και της συκιάς, ενώ πρώιμα αρχαιολογικά ευρήματα καλλιέργειας της αμπέλου εντοπίζονται και στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένης της Κρήτης (Spiegel–Roy 1986).
Η αρχαιολογική ανασκαφική έρευνα στην Ελλάδα έχει αποσαφηνίσει σε μεγάλο βαθμό την παρουσία των γεωργικών ειδών, τα οποία είτε συγκομίζονταν από τη φύση είτε είχε αρχίσει η καλλιέργειά τους. Οι εποχές της νεολιθικής περιόδου και του χαλκού πρέπει να θεωρούνται εποχές που συγκροτείται η γεωργία στον ελληνικό χώρο με παρουσία πολλών ειδών που παρουσιάζονται στον Πίνακα Δ (Βαλαμώτη, 2009).
Πίνακας Δ.
Παρουσίαση επιλεγμένων γεωργικών ειδών, εξημερωμένων ή μη, σε θέσεις της νεολιθικής εποχής και της εποχής του χαλκού στον ελληνικό χώρο (με βάση τη Βαλαμώτη, 2009)
| Ομάδα | Γενός / Είδος | Κοινό όνομα | Αριθμός θέσεων με σπέρματα σε σύνολο θέσεων | |
| Νεολιθική εποχή | Εποχή χαλκού | |||
| Σιτηρά | Τriticum monoccocum | Καπλουτζάς1 | 38 (63) | 27 (54) |
| T. dicoccum | Δίκοκκο | 42 (63) | 35 (54) | |
| T. spelta | Σίτος σπέλτα | 1 (63) | 10 (54) | |
| T. timophevii2 | – | 6 (63) | 1 (54) | |
| T. aestivum /durum | Μαλάκος/σκληρός σίτος | 15 (63) | 17 (54) | |
| Hordeum sp. | Κριθάρι | 51 (63) | 45 (54) | |
| Panicum miliaceum | Κεχρί | 4 (63) | 11 (54) | |
| Όσπρια | Cicer arietinum | Ρεβίθι | 3 (55) | 6 (42) |
| Lathyrus cicera/sativus | Λαθούρι | 23 (55) | 26(42) | |
| L. clymenum | Αρακάς1 | 1 (42) | ||
| L. ochrus | Άφκος, πίσες1 | 1 (42) | ||
| Lens sp. | Φακή | 46 (55) | 29 (42) | |
| Pisum sp. | Μπιζέλι | 32 (55) | 15 (42) | |
| Vicia faba | Κουκί | 7 (55) | 29 (42) | |
| V. ervilia3 | Ρόβι | 22 (55) | 29 (42) | |
| Ελαιοδοτικά | Brassica sp./Sinapis sp. | Λάχανο/σινάπι | 1 (29) | |
| Linum usititatissimum | Λινάρι | 12 (31) | 13 (29) | |
| Olea sp. | Αγριελιά/ελιά | 1 (τέλος περιόδου) (31) | 16 (29) | |
| Pistacia terebinthus/atlantica | Αρσενική φυστικιά | 15 (31) | 3 (29) | |
| Άμπελος | Vitis silvestris/vinifera | Άγρια άμπελος/άμπελος | 294 (29) | 374(37) |
| Οπωροφόρα | Ficus carica | Συκιά | 34 (51) | 25 (33) |
| Prunus cerasus | Βυσσινιά | 1 (51) | ||
| Prunus sp. | Δαμασκηνιά κ.ά. | 3 (51) | 6 (33) | |
| Pyrus sp. | Αγριαχλαδία | 5 (51) | 4 (33) | |
| Ακρόδρυα | P. dulcis | Αμυγδαλιά | 15 (51) | 4 (33) |
| Δρυς | Quercus sp. | Βελανιδιά | 15 (51) | 18 (33) |
[ 1 Τοπική ονομασία, 2 Σ. Βαλαμώτη, προσωπική επικοινωνία 2021, 3 Στην πρόσφατη ιστορία μόνο για κτηνοτροφική χρήση, 4 Επιβεβαιωμένα γίγαρτα.]
Ειδικότερα για το αμπέλι, τα μέχρι σήμερα δεδομένα δείχνουν ότι η οινοφόρος άμπελος εντοπίστηκε από τον προϊστορικό άνθρωπο-συλλέκτη ως αναρριχώμενος θάμνος σε δασώδεις ή παραποτάμιες περιοχές. Η έναρξη της μεγάλης περιόδου καλλιέργειας (εξημέρωσης) της άγριας αμπέλου τοποθετείται μεταξύ 8.000-6.000 π.Χ., ενώ η πρώτη στοιχειωδώς οργανωμένη καλλιέργεια τοποθετείται μεταξύ 6.000-5.000 π.Χ. Η πλειονότητα των αμπελογράφων, γενετιστών, βοτανολόγων, αρχαιολόγων θεωρούν ότι η πρώτη εμφάνιση, εξημέρωση, καλλιέργεια της ευρασιατικής αμπέλου έγινε στην ευρύτερη περιοχή της Τρανσκαυκασίας, μεταξύ της Μαύρης και της Κασπίας Θάλασσας και της Μεσοποταμίας μέχρι τον Ευφράτη ποταμό, όπου εμφανίζει και τη μεγαλύτερη ποικιλομορφία (Vavilov 1926, Negrul 1938, 1946, Vouillamoz et al. 2006, Myles κ.ά. 2011).
Κατά τον Λογοθέτη (1970), οι καλλιεργούμενες στην Ελλάδα ποικιλίες αμπέλου προήλθαν από την άγρια άμπελο, μετά από επιλογή από τον άνθρωπο, ήδη από την παλαιοανακτορική ΙΙΙ περίοδο (1750 π.Χ.), όταν άρχισε η καλλιέργεια της αμπέλου, αλλά και η ανάπτυξη της οινοποίησης στη μινωική Κρήτη. Ο ελλαδικός χώρος γίνεται δευτερογενές κέντρο δημιουργίας τοπικών ποικιλιών, γεγονός που απαιτεί από τους αγρότες εκείνης της εποχής καλή γνώση των αναγκών κάθε είδους. Τα νέα δεδομένα ενισχύουν την άποψη ότι η άμπελος στον ελλαδικό χώρο πρωτοκαλλιεργήθηκε στην Κρήτη και συνηγορούν υπέρ της ανατολικής προέλευσής της. Στους χρόνους που ακολούθησαν η καλλιέργεια της αμπέλου διαδόθηκε σε ολόκληρη την ελληνική χερσόνησο και η τεχνική της έφτασε σε τέτοιο επίπεδο, ώστε δίκαια να θεωρείται ότι η αμπελουργία γεννήθηκε στην αρχαία Ελλάδα. Την περίοδο των αρχαίων ελληνικών χρόνων ήταν γνωστές περισσότερες από 90 ποικιλίες αμπέλου, ενώ με την ανάπτυξη της οινοποιητικής τεχνικής παράγονταν περίφημοι τοπικοί οίνοι.
Οι μορφολογικές και φυσιολογικές ιδιαιτερότητες των ποικιλιών της αμπέλου, που καλλιεργούνται στις διάφορες εδαφοκλιματικές περιοχές, ώθησαν τους Έλληνες αμπελουργούς, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, να αναπτύξουν δεξιότητες, να ακονίσουν τον νου και τη φαντασία τους, ώστε να δημιουργήσουν εκλεκτούς αμπελότοπους.
Επισημαίνεται ότι η είσοδος της φυλλοξήρας (καταστροφική αφίδα) το έτος 1898, με την ταχύτατη εξάπλωσή της καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την πορεία της ελληνικής, όπως άλλωστε και της ευρωπαϊκής, αμπελουργίας. Με δεδομένη την απόλυτη ευαισθησία του ριζικού συστήματος των ποικιλιών της οινοφόρου (ευρωπαϊκής) αμπέλου στη ριζόβια μορφή της φυλλοξήρας, η αναμπέλωση της χώρας (δημιουργία σύγχρονων παραγωγικών αμπελώνων) βασίστηκε στη χρήση των ανθεκτικών στη ριζόβια μορφή της φυλλοξήρας αμερικανικών ειδών και ποικιλιών και στον εμβολιασμό τους με τις επιθυμητές ποικιλίες της ευρωπαϊκής αμπέλου. Τέλος, ο σύγχρονος ελληνικός αμπελώνας πέρασε από την πολυποικιλιακή σύνθεση του παραδοσιακού στην μονοποικιλιακή.
Η γνώση η οποία αποκτήθηκε από την καλλιέργεια των γηγενών και τοπικών ποικιλιών ενσωματώθηκε στην παράδοση, συνδυάστηκε με τον κύκλο της φύσης και αναγνωρίζεται στη μυθολογία. Στην Ελλάδα η θεά Δήμητρα παραδίδει στον Τριπτόλεμο στάρι, ο θεός Διόνυσος, από τα βάθη της Ασίας, αναγνωρίζεται ως ο θεός της αμπελοκαλλιέργειας και του οίνου, ενώ η Αθηνά γίνεται «δωρήτρια» της ελιάς στην πόλη των Αθηνών. Επίσης, σε χριστιανικές γιορτές χρησιμοποιούνται γεωργικά είδη, όπως σίτος για τα κόλλυβα ή προσφορές σε γιορτές (πολυσπόρια, μπουρμπουρέλια για τη γιορτή της Παναγιάς) και φακή σε πανηγύρια, όπως αυτό του Αγίου Δονάτου στην Εγκλουβή Λευκάδας.
Η δεύτερη διαδικασία αφορά τα εξημερωμένα γεωργικά είδη, τα οποία, με τις μετακινήσεις σε γειτονικές περιοχές και των μεταναστευτικών ρευμάτων, μεταφέρονταν σε νέα εδαφοκλιματικά περιβάλλοντα, όπου μέσω των εξελικτικών μηχανισμών διαφοροποιούνται και σταθεροποιούνται, αποκτούν νέους μορφολογικές τύπους είτε ακόμα και φυσιολογικά και ιδιαίτερα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά, για να αποτελέσουν με τη σειρά τους τη βάση για νέες διαφοροποιήσεις. Έτσι δημιουργούνται οι τοπικές ποικιλίες, ακόμα και σήμερα. Οι μετακινήσεις των πληθυσμών διαδίδουν το στοιχείο, όχι μόνο ως υλικό αγαθό αλλά και ως στοιχείο γνώσης και πολιτισμού.
Η τρίτη διαδικασία σχετίζεται με το εμπόριο, που επίσης διαδίδει την άυλη πολιτιστική διάσταση του στοιχείου με ειρηνικό τρόπο. Χιλιάδες τόνοι σιτηρών, χιλιάδες αμφορείς με ελαιόλαδο και κρασί πουλιούνταν (Berthold, 2010) και αγοράζονταν στη Μεσόγειο από τα αρχαία χρόνια. Αναφέρονται εξαγωγές οίνου (Μαλβαζίας οίνος) από τα τέλη του 13ου αι. μ.Χ και για τέσσερις περίπου αιώνες (Κριμπάς 1943, Krimbas 1947). Τον 19ο αιώνα πουλιούνται λεμόνια και κρεμμύδια από την Άνδρο και οίνος από τη Σαντορίνη και τη Σκύρο στην εσωτερική αγορά και το εξωτερικό (Θανόπουλος και συν., 2016).
Η τέταρτη σημαντική διαδικασία που συνεισφέρει σημαντικά στον εμπλουτισμό των γεωργικών ειδών, ιδιαίτερα των κηπευτικών, είναι η ανακάλυψη του «νέου κόσμου» και η εισαγωγή ειδών όπως η ντομάτα, το κολοκύθι, ο καπνός, ο αραβόσιτος. Και για αυτά τα είδη, μέσω των διαδικασιών που προαναφέρθηκαν, ο καλλιεργητής δημιουργεί νέες ποικιλίες.
Ενώ τα παραπάνω γίνονται, έστω σταδιακά, σε μεγάλη γεωγραφική κλίμακα, μια άλλη διαδικασία συμβαίνει σε μικροκλίμακα: η διάχυση του στοιχείου μέσα από κοινωνικές διεργασίες, γιορτές, πανηγύρια, παζάρια, γάμους, κηδείες, που δίνουν τη δυνατότητα επισκέψεων σε γειτονικούς χώρους και την ανταλλαγή γνώσεων και εμπειριών της καλλιέργειας.
Οι παραπάνω διαδικασίες λειτούργησαν σε όλους τους συνδυασμούς. Αποτέλεσμα ήταν η διάχυσή τους και η δημιουργία ενός γαλαξία γνώσης και πολιτισμού —που συντίθεται από γενικές αλλά και εξειδικευμένες γνώσεις και παραδόσεις για δεκάδες καλλιεργούμενα φυτά, είτε πολυετή είτε ετήσια— σε χιλιάδες γεωγραφικά περιβάλλοντα και τοπικές κοινωνίες.
Οι τοπικές και γηγενείς ποικιλίες συμπυκνώνουν σημαντικές εκφάνσεις του πολιτισμού της υπαίθρου με την έννοια που δίνει στον πολιτισμό ο Braudel (2014), δηλαδή ότι είναι γεωγραφία, κοινωνιολογία, οικονομία και κοινωνική ψυχολογία. Ποια καλύτερη απόδειξη από τη φράση «θέρος, τρύγος, πόλεμος», όπου στον θέρο και τον τρύγο η τοπική κοινωνία θα πρέπει να αυτοοργανωθεί σε όλα τα επίπεδα, από το ατομικό, οικογενειακό ως το κοινοτικό, για να φέρει σε πέρας την κορυφαία στιγμή συγκομιδής των κόπων μιας χρονιάς, που η επιτυχής έκβασή της αποτελεί προϋπόθεση για την επιβίωσή της. Παράλληλα, υπάρχει και η γνώση της τεχνολογικής επεξεργασίας των γεωργικών προϊόντων, που εξελίσσεται ανάλογα με τον χώρο και τα μέσα.
Αναφορά θα πρέπει να γίνει στις μη διατροφικές χρήσεις των προϊόντων ή των παραπροϊόντων των τοπικών ποικιλιών, όπως για θεραπευτικούς σκοπούς (π.χ. καταπλάσματα από λιναρόσπορο, αλεύρι, κρεμμύδι, πιπεριά), στην ένδυση (λινάρι), για δεματικά-σχοινοποιία (χρήση καλαμιάς σίκαλης για δέσιμο των δεματιών σιτηρών, κάνναβης), στη σαγματοποιία (χρήση άχυρου), στις βαφές (ριζάρι π.χ. Σκύρος [Κορρέ-Ζωγράφου, 2010], φύλλα καρυδιάς), στη διακόσμηση (π.χ. διακοσμητικά από άχυρο, κούκλες από στάχυα στην Κάρπαθο και στη Βασκίνα Αρκαδίας, νεροκολοκύθες) και για κάπνισμα (καπνός).
Κατά του βυζαντινούς χρόνους και τους χρόνους της οθωμανικής κατάκτησης οι πηγές αναφέρονται περισσότερο σε καλλιέργειες παρά σε ονόματα ποικιλιών με κάποιες εξαιρέσεις. Τα πρωτοβυζαντινά χρόνια στη Βιθυνία καλλιεργούνται οι ποικιλίες αμπέλου μερσῖτις, δρόσαλλις, λευκοθρακία και η βωληνή άμπελος (Αναγνωστάκης 2015). Στα Γεωπονικά του Κασσιανού Βάσου (1930), τα οποία εκδίδονται κατά την εποχή του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογέννητου, αναφέρεται ότι στους κήπους υπήρχαν οπωροφόρα, όπως αμυγδαλιές, ροδιές, κιτριές, κερασιές, συκιές, κηπευτικά, όπως πράσο, κρεμμύδι, μαρούλι, άσπρο λάχανο. Επίσης αναφέρεται σε ποικιλίες αμπέλου. Ο Κουκουλές (1952) στο πολύτομο έργο του «Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός» αναφέρεται στα γλυκά κουταλιού στην Ευρυτανία: βυσ’νάτου, καρ’δάτου, κυδωνάτο, μυγδαλάτου, από την παράθεση των οποίων μπορεί να συμπεράνει κάποιος ότι υπήρχαν τα σχετικά δένδρα. Τη Βυζαντινή εποχή κυριαρχούσε η νεροκολοκύθα και δεν υπήρχαν τα κολοκυθάκια (Αναγνωστάκης & Λεοντσίνη, 2020). Η Kondyli (2008) μελετώντας τα μοναστικά αρχεία των μονών του Αγίου Όρους συμπεραίνει ότι στη Λήμνο το 1490 καλλιεργούνταν στάρι, κριθάρι, φασόλια, ρεβίθια, κηπευτικά, αμπέλια, αμυγδαλιές και συκιές.
Μια άλλη πηγή από όπου μπορεί να αντληθούν σημαντικές πληροφορίες σε επίπεδο γεωργικών ειδών αποτελούν συνήθως οι αναφορές των περιηγητών από τον 15ο-18ο αι. Παραδειγματικά παρατίθενται από τη μελέτη του Αντωνιάδη (1977) οι περιηγητές που επισκέφθηκαν την Σκύρο (σε παρένθεση το έτος επίσκεψης): Marco Boschini (1650), Olfert Dapper (1677), Bernard Randolph (1680), Francesco Piacenza (1680), Robert Sauger (1681-1690), Vincenzo Coronelli (1685), Pittonde Tournefort (1702), Choiseul–Gouffier (1776), William Martin Leake (1806). Οι πληροφορίες που παρέχονται από τους περιηγητές παραμένουν πολύ σημαντικές για τη διαδρομή των τοπικών και γηγενών γεωργικών ποικιλιών, γιατί κάθε αναφορά σε είδος γεωργικό ισοδυναμεί με κάποια τοπική ή γηγενή ποικιλία αφού τότε δεν υπήρχαν οι βελτιωμένες ποικιλίες.
Πολλή σημαντική πηγή πληροφοριών για τις παραδοσιακές καλλιέργειες και τις τοπικές και γηγενείς γεωργικές ποικιλίες στην Ελλάδα τα τελευταία 100 χρόνια αποτελούν πλήθος μελετών, ερευνών λαογραφίας και ανθρωπολογίας και θεματικών συνεδρίων (ενδεικτικά: Πέρδικα [1940, 1943] για τη Σκύρο, Λουκόπουλος [1938] για τη Στερεά Ελλάδα, ο Ρωμαίος [1969] αναφέρεται σε 70 ονόματα ποικιλιών ελιάς και συνώνυμά τους σε 10 περιοχές της χώρας, Πολυμέρου-Καμηλάκη (2003α και 2003β) για την ελιά και το λάδι, Οικονόμου [2009] για την ταυτότητα ενός τοπικού διατροφικού πολιτισμού, Μακρής [2014] για την Κάρπαθο, που αναφέρονται σε πολιτιστικές πτυχές, γιορτές, έθιμα και στον καθημερινό βίο και εμπεριέχουν τη χρήση των γεωργικών ειδών, αλλά και στις τοπικές ποικιλίες αυτές καθ’ εαυτές [Οικονόμου 2014]). Χρήσιμες αποδεικνύονται επίσης τοπικές μελέτες που γράφονται μετά την Ελληνική Επανάσταση οι οποίες περιλαμβάνουν και τη γεωργική δραστηριότητα (ενδεικτικά: Μηλιαράκης [1884], Σέττας [1963], Μπελίτσος [1997]).
Διαχρονικά αναπτύσσεται και ένα χρηστικό λεξιλόγιο, που δημιούργησε γλωσσικό πλούτο (Οικονόμου, 2014), ο οποίος διευκολύνει την επικοινωνία και κατανόηση των εννοιών, και περιγράφει τον ίδιο τον σπόρο και την καλλιέργειά του (π.χ. μαρτιάκος είναι το κριθάρι βραχύβιου βιολογικού κύκλου που σπέρνεται την άνοιξη στην Αρκαδία και θεριστάπιδα είναι τα αχλάδια που ωριμάζουν τον Ιούνιο), υποδηλώνει την προέλευση του υλικού, όπως τα ψάχυρα στη Σκύρο, δηλ. τα άχυρα του τοπικού λαθουριού που στη Σκύρο ονομάζεται «ψα» (Θανόπουλος κ.ά., 2016), τη γεωγραφική προέλευση (πχ. ποικιλίες αμπέλου Μοσχάτο Αλεξανδρείας, Μαύρο Μεσινικόλα, σύκα Μαρκοπούλου, ελιές Καλαμών, φασόλια Καστοριάς, ελιά θειακή, θασίτικη, καπνά Σμύρνης), μορφολογικά χαρακτηριστικά (Μαυραγάνι, Ασπροσίτι, φασόλια γίγαντες, Ασπρομύτικο φασόλι, αχλαδιά κοντούλα) και ιδιότητες (κεράσια Τραγανά, ποικιλίες αμπέλου Μαυροτράγανο, Ξινόμαυρο, καπνά Μυρωδάτα, αχλάδια Ζαχαράπιδα). Στον γλωσσικό πλούτο πρέπει να συμπεριληφθούν και «γεωργικές» παροιμίες όπως:
«Ως τ’ Α’ Αντωνίου σιτάρι και κριθάρι,
κ’ από ’κει κ’ οπίσω ερόικ κ’
αρακά»
Όλυμπος Καρπάθου (Μακρής, 2014)
Γνωμικά όπως:
«Ελιές απ’ τον πατέρα σου
κι’ αμπέλιν απ’ τα χέρια σου»
«Κλήμα του χεριού σου
κι’ ελιές απ’ τον παππού σου»
«Αμπέλι από τον κόπο σου
κι’ ελιάν απ’ τον πάππο σου»
«Αμυγδαλιά για τη ζωή σου
κι’ ελιές για το παιδί σου»
(Ρωμαίος, 1969)
και ποιήματα όπως:
«Ωσάν το καπελέτικο η α τ’ Απά ροδίζει
και με την ωμορφάδα της τους νέους δαιμονίζει!
Αρόδικαπελέτικο
αξίζει ένα Βενέτικο!
Λάμπει ο ήλιος, λάμπει, λάμπει τα κάλλη σου,
λάμπει και το φταδάκιπα στο κεφάλι σου»
Σκύρος (Πέρδικα, 1943)
«Πιπεριά γλυκιά ροδιά
γλήγορα στον Αη-Λια
κι Αη-Λιάς στον ουρανό
για να βρέξει θιος νερό
για τα στάρια, για τα κθάρια
για τ’ φτωχού τα παρασπόρια
κάθε στάχυ και πινάκι
και χειρόβολο δεμάτι
Γούρνες γούρνες το κρασί
αυλάκια αυλάκια το νερό
κι ο γιωργός με το τσαπί
να στουμών’ καλά τη γη»
Αρτεμίσιο5
Συγκεκριμένες θρησκευτικές εορτές χρησιμοποιούνται για την ευλογία των σπόρων, όπως τα Φώτα στη Βοιωτία, όπου αγιάζονται οι σπόροι, τα χωράφια, τα ζώα και τα γεωργικά μηχανήματα (Αλέξανδρος Δημητρίου, προσωπική επικοινωνία, 2021) ή στην Αμοργό που του Σταυρού πηγαίνουν σπόρο για ευλογία και μετά τον αναμιγνύουν με τον σπόρο που θα σπαρθεί στα χωράφια (Βαγγέλης Βλαβιανός, προσωπική επικοινωνία, 2021). Αυτά τα θρησκευτικά έθιμα, ενώ ταυτίζονταν με τις τοπικές ποικιλίες, σήμερα διατηρούνται, ενώ ο σπόρος συνήθως είναι από βελτιωμένες ποικιλίες του εμπορίου, όπως στη Βοιωτία.
Η νεότερη ιστορία επιστημονικής καταγραφής ποικιλιών και συλλογής σπόρων αρχίζει με μελέτες γεωπόνων που αναφέρονται σε τοπικές ποικιλίες: π.χ. για την ελιά: Γεωργακόπουλος (1904), Σαρακωμένος (1920, 1930), Αναγνωστόπουλος (1931), παραθέσεις στον Κωστελένο (2011), ακόμη το Λεξικόν Φυτολογικόν (Γεννάδιος, 1914), που περιλαμβάνει σχεδόν όλα τα γεωργικά είδη, σίτος: Παπαγεωργίου (1919), Παπαδάκης (1929), Κοκολιός (1947, 1959), άμπελος: Κριμπάς (1943, 1944 και 1949) και φασόλι: Πάνου (1963).
Η πρώτη συστηματική συλλογή σπόρων στη χώρα μας υλοποιείται από τον μεγάλο Σοβιετικό επιστήμονα Ν.Ι. Vavilov το 1926 σε Αττική, Στερεά Ελλάδα, Θεσσαλία και Κρήτη (Vishnyakova κ.ά., 2017), που επισκέφτηκε τη χώρα μας εκπροσωπώντας το Ενωσιακό Ινστιτούτο Εφαρμοσμένης Βοτανικής και Νέων Γεωργικών Ειδών (All Union Institute of Applied Botany and New Crops) (Loskutov, 2020). Ακολουθεί μια διετής εξερευνητική αποστολή από ομάδα Γερμανών επιστημόνων σε Μακεδονία, Ήπειρο, Πελοπόννησο και Κρήτη (Knüpffer 2010) το 1941-1942 σε συνθήκες Γερμανικής Κατοχής (Θανόπουλος 2019). Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο έγιναν πολλές εξερευνητικές αποστολές από πολλούς επιστήμονες, όπως από τους Bennett (1968), Polignano et al. (1979) και Laghetti et al. (2008).
Κορωνίδα σε αυτή τη διαδικασία ήταν η δημιουργία της Τράπεζας Διατήρησης Γενετικού Υλικού (ΤΓΥ) το 1981 με την υποστήριξη του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών-FAO (Ράλλη κ.ά., 2011). Η ΤΓ. άρχισε να κάνει τις δικές της εξερευνητικές αποστολές (Zamanis et al, 1981, Zamanis et al, 1982, 1983) ή σε συνεργασία με διεθνή ιδρύματα. Επίσης, υλοποίησε εκτεταμένες εξερευνητικές αποστολές σε όλη την Ελλάδα την περίοδο 2004-2007 (Σταυρόπουλος κ.ά, 2008), καθώς και κοινές εξερευνητικές αποστολές με τράπεζες γενετικού υλικού του εξωτερικού την περίοδο 2012-2014. Σταθμός στην εξέλιξη της ΤΓΥ είναι η εγκατάστασή της σε νέες κτηριακές εγκαταστάσεις και υποδομές το 2018. Σημαντικές επίσης είναι οι εξερευνητικές αποστολές που οργάνωσε το Εργαστήριο Βελτίωσης Φυτών και Γεωργικού Πειραματισμού του ΓΠΑ τη δεκαετία του 2010 σε πολλές περιοχές της χώρας (Thomas et al. 2012, 2013, Δροσινού κ.ά. 2014) και ο χαρακτηρισμός πολλών γηγενών ποικιλιών αμπέλου από το Εργαστήριο Αμπελολογίας (Σταυρακάκης, 2010, Stavrakaki and Biniari, 2016a, 2016b, Stavrakaki and Biniari, 2017 και Σταυρακάκη & Σταυρακάκης 2018).
Οι αλλαγές στον τρόπο γεωργικής παραγωγής, από την εκτατική μορφή στην εντατική, μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, στην Ελλάδα ήταν αργές και αρχίζουν να επιταχύνονται μετά. Αυτές οι αλλαγές συμπορεύονται με ευρύτερες κοινωνικοοικονομικές αλλαγές (εκβιομηχάνιση, αστικοποίηση) στον αγροτικό χώρο. Η εντατική μορφή απαιτεί βελτιωμένες ποικιλίες, εύφορα εδάφη, λιπάσματα και εκμηχάνιση. Οι τοπικές ποικιλίες των μεγάλων καλλιεργειών (σιτηρά, φακή, ρεβίθι, μπιζέλι) υποχωρούν σταθερά από χρόνο σε χρόνο, γιατί οι αποδόσεις τους υστερούν συνήθως σε σχέση με τις βελτιωμένες ποικιλίες. Ο Κοκολιός (1959) διαπιστώνει ότι οι αποδόσεις των τοπικών ποικιλιών σίτου ήταν γύρω στα 60-70 κιλά το στρέμμα σε σύγκριση με τις βελτιωμένες με 160 κιλά το στρέμμα. Από τότε αυτή η διαφορά αυξάνεται. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι αγρότες να προτιμήσουν τις βελτιωμένες ποικιλίες. Χαρακτηριστικά το 1957 το ποσοστό των εκτάσεων που σπέρνονταν με βελτιωμένες ποικιλίες ανέρχονταν σε 75% της συνολικής έκτασης σε σύγκριση με το 20% του 1934 (Παράρτημα-Σχεδιάγραμμα 1). Τις επόμενες δεκαετίες το φαινόμενο επιτείνεται για να φτάσει σε ποσοστά μικρότερα του 1%. Αυτή η δραματική συρρίκνωση είχε ως αποτέλεσμα να απολεσθούν δεκάδες ποικιλίες σταριού, οι οποίες χαθήκαν οριστικά από την καλλιέργεια, για παράδειγμα το Μαυραγάνι Σκύρου ή το Μαυραθέρι Κρήτης, και βέβαια και τα αλεύρια τους, η σίκαλη από την ορεινή Μεσσηνιακή Μάνη και τα παξιμάδια που παρασκεύαζαν από το αλεύρι της. Το ίδιο έχει συμβεί και με άλλα είδη, όπως τα ρεβίθια, η φακή, τα λαθούρια στην Πελοπόννησο, η ρόβη στην Κρήτη, τα λούπινα στη Μάνη, που τα ξεπίκριζαν και τάιζαν τα χοιρινά για παραγωγή νόστιμου κρέατος.
Παρά τις πιέσεις που δέχτηκαν, όπως αναφέρθηκαν πιο πάνω, πολλές τοπικές και γηγενείς γεωργικές ποικιλίες επιβίωσαν τα «δίσεκτα» χρόνια, όταν το εισαγόμενο προϊόν φάνταζε καλύτερο από το ντόπιο και όταν η ποσότητα έπαψε να είναι το μοναδικό κριτήριο επιτυχίας ενός προϊόντος. Σιγά σιγά άρχισαν να επανεκτιμώνται τα προϊόντα γνωστών ποικιλιών,6 όπως οι οίνοι Ασύρτικο, Ξινόμαυρο, Αϊγιωργίτικο, Λιάτικο, τα ελαιόλαδα από Κορωνέικη, Μαρώνεια, προϊόντα που έχουν γίνει ΠΟΠ/ΠΓΕ. Το ίδιο έχει συμβεί με τη φάβα Σαντορίνης, το κατσούνι Αμοργού, τη φάβα Φενεού, τα φασόλια Πρεσπών, τα λόπια Κατταβιάς Ρόδου, την κορινθιακή σταφίδα Βοστίτσα, το ρόδι Ερμιόνης, τα σύκα Ταξιάρχη, όλα ΠΟΠ/ΠΓΕ, προϊόντα που καλλιεργούσαν τοπικά οι κοινωνίες και έγιναν γνωστά για την ποιότητα τους. Χαρακτηριστικό είναι ότι τα προϊόντα αυτά ήταν γνωστά και μετά εγκρίθηκαν ως ΠΟΠ/ΠΓΕ. Όμως, παραμένουν πάρα πολλά προϊόντα από τοπικές και γηγενείς γεωργικές ποικιλίες είτε λίγο γνωστά είτε που τώρα αρχίζουν να γίνονται γνωστά, όπως οι οίνοι από τις ποικιλίες Φωκιανό, Σκλάβα, Μπεγλέρι, Κατσανό, η αετονυχολιά, ο άφκος, το λαφύρι, το σουσάμι, τα φούλια της Λήμνου (Θανόπουλος κ.ά, 2020α, 2020β, 2020γ, 2020δ), οι παπούλες της Κρήτης, τα ξετρίχια και το γλυκουένι της Καρπάθου, τα ασπρικουά από την Κάσο, ο πίσε της Σκύρου, το άνυδρο ντοματάκι Χίου, το πεπόνι Χαλκιδικής, το σουσάμι Δονούσας.
Η κοινότητα αναγνωρίζει τη σημασία του στοιχείου και αυτό το αποδεικνύει μέσω της διαφύλαξής του με την καλλιέργεια και τη χρήση του είτε για την οικογένεια είτε για εμπορικούς σκοπούς. Η κοινότητα, ανάλογα με την έκταση της καλλιέργειας αλλά και την κατανάλωση του προϊόντος, συντίθεται από άτομα που ζουν στην περιοχή καλλιέργειας και επεξεργασίας, η οποία περιοχή μπορεί να είναι στενότερη ή ευρύτερη γεωγραφικά, ή και από φορείς όπως συνεταιρισμούς, ομάδες παραγωγών, ΚΟΙΝΣΕΠ, επιχειρήσεις. Κυριολεκτικά πιο ακριβές είναι να μιλάμε για κοινότητες με βάση το γεγονός της γεωγραφικής έκτασης του στοιχείου που πρακτικά καταλαμβάνει όλη την Ελλάδα (βλ. παραδείγματα κειμένων και πίνακες). Οι κοινότητες έχουν μια δυναμική σύνθεση, που κορμός τους είναι οι ντόπιοι, αλλά πληθαίνουν με τη συμμετοχή των καταγόμενων από αυτές που επιστρέφουν εποχιακά στο τόπο τους ή για να συγκομίσουν (ελιές, σταφύλια) ή και να βάλουν τον καλοκαιρινό κήπο, με την βοήθεια των ντόπιων πολλές φορές. Τα μέλη της κοινότητας αναζητούν πολλές φορές σπόρο τοπικών ποικιλιών ή γηγενείς ποικιλίες αμπέλου και οπωροφόρων δένδρων, πράγμα το οποίο αποτελεί μέρος μιας κοινωνικότητας και μεταβίβασης και διάχυσης του στοιχείου. Η κοινότητα εντάσσει το στοιχείο στη γεωργική πρακτική που ασκεί όλο το χρόνο είτε ατομικά, π.χ. καλλιέργεια, είτε συλλογικά, π.χ. συγκομιδή ελαιόκαρπου, τρύγος. Το στοιχείο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της διατροφής της κοινότητας, είναι ενσωματωμένο στην τοπική κουζίνα και τη διατήρηση της αυθεντικότητας των γαστρονομικών «αισθήσεων» και μνήμης, είτε αφορά τον γεωγραφικό μικροχώρο προέλευσής του (αναγνωρίζει το φαγητό ως ντόπιο και παραδοσιακό) είτε τα χαρακτηριστικά του (σχήμα, χρώμα, αρώματα, γεύση).
Συμβάλλει άμεσα στην οικονομική επιβίωση της κοινότητας, τόσο μέσω της οικογενειακής κατανάλωσης όσο και μέσω της εμπορικής δραστηριότητας. Ενδεικτικά αναφέρονται τα προϊόντα της ελιάς (λάδι και επιτραπέζιες ελιές), της αμπέλου (οίνοι, επιτραπέζια σταφύλια, σταφίδες), τα ξηρά σύκα, τα ρόδια Ερμιόνης, η μαστίχα Χίου, τα όσπρια (φασόλια Πρεσπών και Καστοριάς, φάβα και φασόλι Φενεού, φάβες Λήμνου, Καρπάθου, Σαντορίνης, Σκύρου, Αμοργού), τα κηπευτικά (τοματάκι Σαντορίνης), τα ανθοκομικά (γλυκό τριαντάφυλλου), γλυκά κουταλιού κλπ. Αν υπολογιστεί η εμπορική αξία των προϊόντων που προέρχονται από τοπικές ποικιλίες, και μετά από επεξεργασία, τα μεγέθη είναι πολύ μεγάλα.
Οι κοινότητες συμμετείχαν με την παροχή των γνώσεων και των παραδόσεών τους μέσα από εκατοντάδες συνεντεύξεις και συζητήσεις για τη σημασία και διατήρηση των τοπικών και γηγενών γεωργικών ποικιλιών. Οι συνεντεύξεις είναι είτε γραπτές είτε μαγνητοφωνημένες και βρίσκονται στα αρχεία του Εργαστηρίου Βελτίωσης Φυτών και Γεωργικού Πειραματισμού. Είναι διαθέσιμες μετά από σχετικό αίτημα. Υλικό συνεντεύξεων συγκεντρώθηκε με έρευνα πεδίου στους νομούς Ευρυτανίας, Λήμνου, Λέσβου, Λευκάδας, Μεσσηνίας, Αρκαδίας, Κεφαλονιάς, Κυθήρων, Σκύρου, Άνδρου, Αστυπάλαιας, Χίου, Αμοργού και Σχοινούσας. Επίσης, η τοπική κοινωνία συνέβαλε καθοριστικά στην πολυετή προσπάθεια της ΤΓΥ να συλλέξει φυτικό γενετικό υλικό και πληροφορίες για αυτό (καλλιέργεια, ιδιότητες, ιστορικά στοιχεία, χρήσεις κ.λπ.) με έρευνα πεδίου σε όλη την Ελλάδα, από τη Γαύδο μέχρι τα Πομακοχώρια της Ροδόπης, και από το Καστελόριζο μέχρι τα ορεινά χωριά της Ηπείρου και των Ιονίων νήσων. Όλο αυτό το υλικό υπάρχει σε έντυπη και σε ηλεκτρονική μορφή. Σημαντική επίσης πηγή πληροφοριών αποτελεί η ειδική ιστοσελίδα των Επιστημονικών Συναντήσεων για τις τοπικές και γηγενείς ποικιλίες.
Η συσσωρευμένη εμπειρική γνώση, οι πρακτικές καλλιέργειας και οι άμεσα συνδεδεμένες με αυτήν παραδόσεις μεταβιβάζονται από τα γηραιότερα στα νεότερα μέλη της κοινότητας τόσο σε λεκτικό επίπεδο, μέσα από την καθημερινή επικοινωνία, όσο και σε εφαρμοσμένο επίπεδο, με τη μετάδοση γνώσεων στην πράξη, στον αγρό. Στις Πρέσπες οι νεότερες γενιές έμαθαν την καλλιέργεια των τοπικών ποικιλιών φασολιών από τους γονείς τους και προχώρησαν σε δημιουργία συλλογικών σχημάτων για την επεξεργασία, τυποποίηση και διακίνηση του προϊόντος. Στη Σχοινούσα και στην Αμοργό οι νέοι συνεχίζουν την καλλιέργεια του κατσουνιού, εκμηχάνισαν την καλλιέργεια και με οικογενειακές επιχειρήσεις τυποποιούν το προϊόν. Στη βόρεια Ελλάδα νέοι καλλιεργητές κηπευτικών έμαθαν από τους γονείς τους την καλλιέργεια, την μετέτρεψαν σε βιολογική, και πουλάνε την παραγωγή τους σε βιολογικές αγορές. Στις περιοχές της Αιγιάλειας και δυτικής Ηλείας η καλλιέργεια και η ξήρανση της Κορινθιακής σταφίδας συνεχίζεται από νέους καλλιεργητές που τηρούν την παράδοση, εμπλουτισμένη με νέες τεχνικές, και τυποποιούν το προϊόν για εξαγωγές, με τη στήριξη συνεταιρισμών και φιλοπροοδευτικών συλλόγων που οργανώνουν φεστιβάλ, ημερίδες για την Κορινθιακή σταφίδα, παραγωγή και προβολή ντοκιμαντέρ, παραδοσιακές συνταγές με σταφίδα και διαγωνισμούς, συμβάλλοντας στην προώθηση του «μαύρου χρυσού». Στην Ικαρία, αμπελοκαλλιεργητές με όραμα, αναβίωσαν τον πράμνειο οίνο (φυσικός οίνος σε πιθάρια) καλλιεργώντας γηγενείς ποικιλίες αμπέλου με βιολογικές και βιοδυναμικές μεθόδους. Ένα μέρος νέων παραγωγών αλλά και ΜΚΟ, που στα προγράμματά τους περιλαμβάνεται η γεωργική δραστηριότητα, αναζητούν και διερευνούν το πλαίσιο μιας αγρο-οικολογικής αντίληψης, που συστατικό της είναι και οι τοπικές και γηγενείς ποικιλίες, τόσο ως πολλαπλασιαστικό υλικό όσο και ως καλλιέργεια. Για παράδειγμα, το Δίκτυο για τη Βιοποικιλότητα και την Οικολογία στη Γεωργία ΑΙΓΙΛΟΠΑΣ, στους στόχους του περιλαμβάνει την ανάδειξη του ρόλου της οικολογικής γεωργίας, τόσο για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας στη γεωργία όσο και για τη διατήρηση και εξασφάλιση του ίδιου του γεωργικού επαγγέλματος, του ρόλου του γεωργού στη διατήρηση της βιοποικιλότητας των αγροοικοσυστημάτων, καθώς και το αναφαίρετο δικαίωμά του να συμμετέχει στη διαχείριση και τα οφέλη του γενετικού πλούτου και στην αναζωογόνηση της καλλιέργειας των ντόπιων ποικιλιών αγροτικών φυτών, και να διατηρηθούν, ανεξάρτητα των αποδόσεών τους, περισσότερο δε αυτές που κινδυνεύουν να εκλείψουν. Η εμπειρία που αποκτούν από την εφαρμογή των αγρο-οικολογικών τους αναζητήσεων ενισχύει την χρήση των τοπικών ποικιλιών και της εντάσσουν σε οικολογικές και αειφορικές πρακτικές. Στη συνειδητοποίηση της πολλαπλής αξίας των τοπικών ποικιλιών αλλά και της ιστορίας τους συμβάλλουν ομιλίες που διοργανώνονται από την τοπική κοινωνία και τους φορείς σε χωριά, η δημοσίευση σχετικών άρθρων σε περιοδικά και εφημερίδες κ.λπ.
Δεν υπάρχει επίσημη πολιτική διαφύλαξης και ειδικών μέτρων για τις τοπικές ποικιλίες. Ενώ γενικά αναγνωρίζεται πλέον η σημασία τους σε θεσμικό επίπεδο, μόνο μια φορά έχει εφαρμοστεί ένα πρόγραμμα ενίσχυσης καλλιεργητών τοπικών ποικιλιών. Επίσης, από την Ευρωπαϊκή και Εθνική νομοθεσία δίνεται η δυνατότητα εγγραφής τους στον Εθνικό Κατάλογο Ποικιλιών, γεγονός που αποτελεί μια μορφή κατοχύρωσής τους. Το κενό των επίσημων πολιτικών καλύπτεται μερικώς από δραστηριότητες, όπως ομιλίες και διαλέξεις σε διάφορες περιοχές της χώρας, π.χ. στη Λήμνο, Λέσβο, Μεσσηνία, Χίο, Λευκάδα, Κόρινθο κ.λπ., τις επιστημονικές συναντήσεις, που γίνονται κάθε δύο χρόνια, και τις γιορτές σπόρων. Η επιστημονική έρευνα βοηθά την τοπική κοινωνία να συνειδητοποιήσει την αξία και τις παραγωγικές δυνατότητές τους, προσπαθεί να ενεργοποιήσει κοινότητες και παραγωγούς. Επίσης, η Τράπεζα Διατήρησης Γενετικού Υλικού χορηγεί σπόρους τοπικών ποικιλιών στους αγρότες. Σημαντικό ρόλο παίζουν και οι ΜΚΟ, είτε τοπικής είτε πανελλαδικής κλίμακας, οι οποίες προβάλλουν την ανάγκη καλλιέργειας των τοπικών ποικιλιών, συλλέγουν, διατηρούν, δωρίζουν σπόρους, όπως ο ΑΙΓΙΛΟΠΑΣ (Δίκτυο για τη Βιοποικιλότητα και την Οικολογία στη Γεωργία), το ΠΕΛΙΤΙ (Εναλλακτική Κοινότητα για μια αρμονική συνύπαρξη), το Αγρόκτημα Φυσικής Καλλιέργειας ΦΟΙΦΑ στην Καλαμάτα, το Δίκτυο Σιτώ κ.λπ.
Κύριο μέτρο διαφύλαξης/ανάδειξης μπορεί να είναι η συστηματική προσπάθεια συνειδητοποίησης της πολλαπλής αξίας της παράδοσης των τοπικών και γηγενών ποικιλιών από τους μεγάλους και μικρούς σε ηλικία αγρότες, αλλά και τους ερασιτέχνες καλλιεργητές, ώστε να προτιμούν την καλλιέργειά τους, να αναζητούν τις τοπικές ποικιλίες του τόπου τους αντί να εισάγουν από άλλα μέρη, και να ανακαλύπτουν την ιστορία τους. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσα από εκπαιδευτικές δραστηριότητες, επιτόπιες επισκέψεις, πληροφοριακό υλικό, παραδείγματα επιτυχούς διατήρησης και εμπορίας τοπικών ποικιλιών, τοπικές εκδηλώσεις (Παράρτημα, εικόνα 10), προβολή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης (ΜΜΕ). Επίσης, μπορεί να σχεδιαστούν ή να αξιοποιηθούν ειδικά μέτρα και προγράμματα στήριξης των παραγωγών που διατηρούν παραδοσιακές ποικιλίες.