Ορισμός

Τι είναι η Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά

 Ως άυλα πολιτιστικά αγαθά νοούνται εκφράσεις, δραστηριότητες, γνώσεις και πληροφορίες, όπως μύθοι, έθιμα, προφορικές παραδόσεις, χοροί, δρώμενα, μουσική, τραγούδια, δεξιότητες ή τεχνικές που αποτελούν μαρτυρίες του παραδοσιακού, λαϊκού και λόγιου πολιτισμού –

αρ.2, παρ. ε’  Ν.3028/2002 Προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς, ΦΕΚ 153 Α/ 28.6.2002

Ήδη από το 2002, και παράλληλα με τις εργασίες σε διεθνές επίπεδο για την κατάρτιση της Σύμβασης της UNESCO για τη Διαφύλαξη της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς, η Ελληνική Πολιτεία έχει υιοθετήσει τον όρο «άυλα πολιτιστικά αγαθά» για να θεσπίσει τη διαφύλαξη της πολιτισμικής κληρονομιάς που μέχρι τότε περιγραφόταν ως «παραδοσιακός και σύγχρονος λαϊκός πολιτισμός». Η Σύμβαση προχωρά ένα βήμα παραπέρα, αποδίδοντας πρωταρχική σημασία στην κοινότητα που ασκεί συγκεκριμένες πολιτισμικές εκφράσεις της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς και αναγνωρίζεται μέσα από αυτές. Επίσης, με τη νέα ορολογία που εισάγει, η Σύμβαση ανοίγεται δυνητικά και στις πολιτισμικές εκφράσεις του αστικού χώρου, των νεανικών ομάδων, των μεταναστών.

Έτσι, ως άυλη πολιτιστική κληρονομιά, σύμφωνα με τη Σύμβαση της UNESCO του 2003, ορίζονται «οι πρακτικές, αναπαραστάσεις, εκφράσεις, γνώσεις και τεχνικές – καθώς και τα εργαλεία, αντικείμενα, χειροτεχνήματα και οι πολιτιστικοί χώροι που συνδέονται με αυτές και τις οποίες οι  κοινότητες, οι ομάδες και, κατά περίπτωση, τα άτομα αναγνωρίζουν ότι αποτελεί μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς τους» (άρ. 2. παρ. 1).

Με τη Σύμβαση για τη Διαφύλαξη της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς (2003) ο νέος όρος παγιώνεται, ενώ προσφέρονται περαιτέρω επεξεργασίες, όπως ο προσδιορισμός βασικών παραμέτρων για τη διαφύλαξή της, και ορίζονται οι κύριοι «τομείς» της, τα βασικά δηλαδή εννοιολογικά πεδία στα οποία μπορούν να κατηγοριοποιηθούν εκφράσεις και στοιχεία της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς.

Οι βασικοί τομείς της ΑΠΚ, σύμφωνα με το άρ. 2. παρ. 2 της Σύμβασης, είναι οι εξής:

α) οι προφορικές παραδόσεις και εκφράσεις, συμπεριλαμβανομένης της γλώσσας ως φορέα της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς (παραμύθια, μύθοι και διηγήσεις, αφηγηματικά τραγούδια)

β) οι τέχνες του θεάματος, ή ορθότερα οι επιτελεστικές τέχνες (χορός, μουσική, λαϊκό θέατρο)

γ) οι κοινωνικές πρακτικές, οι τελετουργίες και οι εορταστικές εκδηλώσεις (λαϊκά δρώμενα, έθιμα ευετηρίας, έθιμα στον κύκλο του χρόνου, σημαντικοί σταθμοί στη ζωή του ανθρώπου)

δ) οι γνώσεις και πρακτικές που αφορούν τη φύση και το σύμπαν (παραδοσιακές καλλιέργειες, εθνοβοτανική γνώση, λαϊκές αντιλήψεις για τη μετεωρολογία κ.ά.)

ε) η τεχνογνωσία που συνδέεται με την παραδοσιακή χειροτεχνία (υφαντική, αγγειοπλαστική, ξυλοναυπηγική κ.ά.)

Η Εθνική Επιτροπή για την Εφαρμογή της Σύμβασης έχει υιοθετήσει την κατηγοριοποίηση της UNESCO και στο ελληνικό Εθνικό Ευρετήριο. Οι τομείς αυτοί όμως, σε καμία περίπτωση δεν είναι εξαντλητικοί και αποκλειστικοί. Έτσι, πολιτισμικές εκφράσεις όπως λ.χ. τα παραδοσιακά παιχνίδια, τα λαϊκά αγωνίσματα, οι τοπικές διατροφικές παραδόσεις εντάσσονται μεν σε κάποιο, ή κάποια από τα προαναφερθέντα πεδία, είναι όμως δυνατόν να αποτελέσουν μια ξεχωριστή κατηγορία. Το κάθε κράτος –μέλος της Σύμβασης μπορεί να ορίσει νέους τομείς, αν αυτό ανταποκρίνεται καλύτερα στα χαρακτηριστικά της δικής του πολιτισμικής παράδοσης.

Οι πολιτισμικές εκφράσεις της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς συχνά εντάσσονται σε περισσότερα του ενός από τα προαναφερθέντα πεδία, δεδομένου του δυναμικού χαρακτήρα τους. Για παράδειγμα, η Μεσογειακή Διατροφή ακουμπά τόσο στο πεδίο των προφορικών παραδόσεων (αναφορικά με τη μετάδοση μεθόδων επεξεργασίας των τροφίμων, καθώς και των συνταγών παρασκευής φαγητού), όσο και στα πεδία των κοινωνικών πρακτικών (εθιμικών επιτελέσεων και γιορτών, όπου το φαγητό να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο), των γνώσεων που αφορούν τη φύση, καθώς και της τεχνογνωσίας που συνδέεται με την παραδοσιακή χειροτεχνία (αναφορικά με τα σκεύη και τα λοιπά αντικείμενα)

Ειδική μνεία αξίζει να γίνει για το ζήτημα της διαφύλαξης της γλώσσας και της θρησκείας στο πλαίσιο της Σύμβασης του 2003.

Η γλώσσα αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς, δεδομένου ότι η προφορικότητα είναι η κιβωτός της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς και ότι το μεγαλύτερο μέρος των πολιτισμικών εκφράσεων που τη συνιστούν μεταβιβάζονται προφορικά. Η γλώσσα είναι αναπόσπαστο στοιχείο για την επιτέλεση και τη διαγενεακή μεταβίβαση κοινωνικών πρακτικών, εθίμων, δρωμένων, παραδοσιακών τεχνών, τεχνικών και καλλιεργειών, και βεβαίως των τραγουδιών, των παροιμιών και όλων των λαϊκών αφηγηματικών μορφών. Η σχέση είναι αμφίδρομη: όλα τα παραπάνω διασώζουν ανεκτίμητο πλούτο γλωσσικών εκφράσεων και συνιστούν συνεκτικό δεσμό μεταξύ των μελών μιας κοινότητας.

Εν τούτοις, κατά την προετοιμασία του κειμένου της Σύμβασης, οι εμπειρογνώμονες συμφώνησαν να μην υπάρχει χωριστό πεδίο/τομέας για τη γλώσσα και ότι το πεδίο «προφορικές παραδόσεις και εκφράσεις, συμπεριλαμβανομένης της γλώσσας ως οχήματος ΑΠΚ» καλύπτει πολιτικές διαφύλαξης ιδιαίτερων γλωσσικών εκφράσεων (λ.χ. επαγγελματικών συνθηματικών γλωσσών, ντοπιολαλιών, όπως αυτές αποτυπώνονται μέσα από λαϊκές διηγήσεις και λοιπές αφηγηματικές πρακτικές). Έτσι, μια τοπική γλώσσα, μια διάλεκτος, ή και μια ιδιόλεκτος δεν μπορεί να προταθεί για εγγραφή στους Καταλόγους της UNESCO, αλλά μπορεί να προστατευτεί μέσα από το πλέγμα μέτρων διαφύλαξης που αφορούν προφορικές παραδόσεις, ή διαδικασίες προφορικής μεταβίβασης από γενιά σε γενιά μιας παραδοσιακής τεχνογνωσίας.

Επιπροσθέτως, η UNESCO για την προστασία και προώθηση της γλωσσικής ποικιλομορφίας έχει δημιουργήσει τον Άτλαντα των Γλωσσών που Κινδυνεύουν, χωρίς όμως να έχει θεσπιστεί ένα αυστηρό νομικό πλαίσιο, όπως μια Σύμβαση.

Για περισσότερες πληροφορίες βλ. http://www.unesco.org/culture/languages-atlas/

 

Σημαντικός αριθμός εκφράσεων και στοιχείων της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς, ιδίως κοινωνικές πρακτικές, ευετηριακά έθιμα και λαϊκά δρώμενα, καθώς και επιτελεστικές τέχνες, εμπεριέχουν έντονες εκφράσεις της θρησκευτικότητας μιας κοινότητας, ή σχετίζονται άμεσα με θρησκευτικά γεγονότα και περιστάσεις.

Αυτή η σύνδεση πρέπει να καθίσταται φανερή στο πλαίσιο της υποβολής προς αξιολόγηση και εγγραφής φακέλων στους Καταλόγους της UNESCO. Σε καμία περίπτωση όμως δεν είναι δυνατή η πρόταση μιας θρησκείας ή ενός θρησκευτικού συστήματος προς εγγραφή στους Καταλόγους της Σύμβασης UNESCO 2003.

Οι φορείς της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς, οι κοινότητες που αυτοί συγκροτούν, αποτελούν κομβικό στοιχείο για την κατανόηση της έννοιάς της, όπως αυτή ορίζεται στο άρ. 2, παρ. 1. της Σύμβασης. Οι πολιτισμικές εκφράσεις συνδέονται αναπόσπαστα με την κοινότητα/ομάδα/άτομο-α που τις ασκεί, τις επιτελεί, τις μεταβιβάζει, είναι μ’ ένα λόγο ο λειτουργικός φορέας τους και αναγνωρίζει το εκάστοτε στοιχείο της ΑΠΚ ως βασικό χαρακτηριστικό της ταυτότητάς τους.

 

  • Η Άυλη Πολιτισμική Κληρονομιά «μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά, αναδημιουργείται συνεχώς από τις κοινότητες και τις ομάδες σε συνάρτηση με το περιβάλλον τους, την αλληλεπίδραση τους με τη φύση και την ιστορία τους, και τους παρέχει μία αίσθηση ταυτότητας και συνέχειας, συμβάλλοντας έτσι στην προώθηση του σεβασμού της πολιτιστικής πολυμορφίας και της ανθρώπινης δημιουργικότητας» (άρ. 2, παρ. 1)

Σημαντικότατη παράμετρος και χαρακτηριστικό της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς είναι ο ζωντανός της χαρακτήρας, το ότι βρίσκεται σε συνεχή διάλογο με το κοινωνικό γίγνεσθαι και έτσι δυνητικά μεταβάλλεται, μετασχηματίζεται, αναπροσαρμόζεται. Κάποια στοιχεία της αλλάζουν δυναμικά, κάποια άλλα ατονούν ή και εξαλείφονται. Οι εκφράσεις και τα στοιχεία της ΑΠΚ μεταφέρονται από τον αγροτικό στον αστικό χώρο, καθώς και από τόπο σε τόπο, παρακολουθώντας τις μετακινήσεις των πληθυσμών των φορέων τους. Αυτή η συνεχής, δυναμική και ζωντανή διάσταση της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς απορρίπτει την έννοια του «αυθεντικού», του «μοναδικού», του «αναλλοίωτου» και του «οικουμενικού».

 

  • Τέλος, κάθε στοιχείο Άυλης Πολιτισμικής Κληρονομιάς [πρέπει να] «ανταποκρίνεται στα ήδη υφιστάμενα διεθνή κείμενα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ως και στην απαίτηση για αμοιβαίο σεβασμό μεταξύ κοινοτήτων, ομάδων και ατόμων, και για βιώσιμη ανάπτυξη. (άρ. 2, παρ.1)

Με άλλα λόγια, δεν μπορούν να αναγνωρισθούν  ως Άυλη Πολιτισμική Κληρονομιά της Ανθρωπότητας εθιμικές πρακτικές που αναζωπυρώνουν μνήμες βίαιων συγκρούσεων μεταξύ μελών της κοινότητας ή διαφορετικών κοινοτήτων, που   αποκλείουν με βίαιο και υποτιμητικό τρόπο μέλη της κοινότητας εξαιτίας του  φύλου τους, της ηλικίας τους, της επαγγελματικής τους ιδιότητας, ή του σεξουαλικού τους προσανατολισμού, όπως επίσης στοιχεία που θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή μελών μιας κοινότητας. Ομοίως, δεν μπορούν να ενταχθούν εθιμικές πρακτικές που σε κάποια φάση τους περιλαμβάνουν κακομεταχείριση ή/και βασανισμό ζώων. Τέλος, παραδόσεις και κοινωνικές πρακτικές που δεν συμβαδίζουν με την ήπια, αειφόρο ανάπτυξη δεν μπορούν να υποβληθούν για εγγραφή σε κάποιον από τους Καταλόγους της UNESCO. Σε εθνικό επίπεδο είναι εφικτή η αναγνώρισή τους ως πολιτισμική έκφραση της ταυτότητας από την  πλευρά της κοινότητας που τα ασκεί, και εφόσον αυτή επιθυμεί κάτι τέτοιο, με δόκιμους τρόπους (τεκμηριωμένη καταγραφή, συμπερίληψη σε καταλόγους, εγγραφή στο Εθνικό Ευρετήριο).